Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Οι ψευδαισθήσεις της Αντίληψης - Μέρος Β

Τι είναι αυτό που καθορίζει τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο;

Σταδιακά, κατά τη διάρκεια των ζωών μας αποδεχόμαστε, αποφασίζουμε και ενστικτωδώς ολοκληρώνουμε δομημένα μοντέλα σκέψης αναφορικά με το τι θα πιστέψουμε και τι θα απορρίψουμε. Αυτά τα νοητικά μοντέλα (αντιληπτικές προτιμήσεις) δημιουργούν τα φίλτρα (στενά πακεταρισμένα νευρικά κύτταρα) που μας εμποδίζουν να έχουμε επίγνωση για αυτά που αρνούμαστε να μάθουμε.
Μιλώντας από την άποψη της γενετικής, αυτό το φίλτρο των εισερχομένων λειτουργεί σαν μια βαλβίδα διακοπής αφαιρώντας από τον συνειδητό νου τη δυνατότητα να πιάσει ορισμένες πληροφορίες, αγνοώντας κάποιες πληροφορίες που μπορούν να έχουν αξία. Χωρίς αυτό το φίλτρο θα ήμασταν ασφαλώς ανεπαρκείς και αναποτελεσματικοί, δε θα μπορούσαμε ούτε να αποκρυπτογραφήσουμε τον κόσμο ούτε και να πάρουμε αποφάσεις, αλλά ούτε ακόμα και να εστιάσουμε την προσοχή μας. Κι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.

Μπορούμε να το παρακάνουμε. Να μπλοκάρουμε περισσότερα από όσα χρειάζεται. Μπορούμε να δημιουργήσουμε τόσα πολλά τυφλά σημεία, ώστε να γίνουμε σαν τυφλοί ή σε κατάσταση ύπνωσης ή μισοκοιμισμένοι ή παγιδευμένοι σε διάφορα στερεότυπα ανοησίας και φανατισμού. Μπορούμε να ξεγελάσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Ο Daniel Goleman αναφέρθηκε σ΄ αυτήν την κατάσταση στα 'Ζωτικά Ψέματα, Απλές Αλήθειες', όπου και σημειώνει: Το μεγαλύτερο αντίδοτο της πλάνης είναι η διορατικότητα, που είναι απλά το να βλέπεις τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Όπως ο μικρός στο πλήθος φώναξε στον Αυτοκράτορα και είπε την αλήθεια που οι άλλοι είχαν επιλέξει να αγνοήσουν, μας ωφελεί όταν μας προσφέρεται μια φρέσκια οπτική και βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα πρόκληση.


Χρειαζόμαστε τη φυσική γενετική μας προδιάθεση για να αντιληφθούμε τη συνέχεια της κίνησης και τη συνάφεια της μορφής έτσι ώστε να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε σχέσεις και να κάνουμε συγκρίσεις. Χρειαζόμαστε ακόμα και τις προκαταλήψεις που προέρχονται από αμοιβαία παραδεχόμενες πεποιθήσεις, εφόσον αυτές ακριβώς οι προτιμήσεις και οι προλήψεις μας παρέχουν τα φίλτρα που μας αφήνουν αρκετό χρόνο και χώρο για να αναπτύξουμε κοινωνικές δεξιότητες. Αλλά όλα αυτά τα χρειαζόμαστε με μέτρο. Αυτό σημαίνει πως θα ήταν σοφό, κάθε ένας από εμάς, να κάνουμε περιοδικό απολογισμό στα φίλτρα μας αυτά, να τα επαναξιολογούμε και συνειδητά να αποφασίζουμε εάν λειτουργούν για το καλό μας. Κάνοντας κάτι τέτοιο είναι πιθανό να βρούμε πως κάποια από αυτά δεν είναι μόνο ξεπερασμένα και απαρχαιωμένα, αλλά επίσης πως ποτέ δεν τα χρειαζόμασταν καν.


Αλλά τι γίνεται με την συμπαγή φύση της συνήθους πραγματικότητας;


Τα παραδείγματα που έχουν μέχρι στιγμής δοθεί δείχνουν πως έχουμε ικανότητες που ενδυναμώνουν την εμφάνιση μιας συμπαγούς φύσης στο περιβάλλον. Ναι, είναι πιθανό για εμάς να επαναπρογραμματίσουμε όλες τις αντιληπτικές μας ικανότητες, να τις διευρύνουμε, έτσι ώστε το παράθυρο θέασής μας να χωράει περισσότερες περιοχές. Μπορούμε να κερδίσουμε νέα πρόσβαση στις ικανότητές μας αυτές και να διώξουμε καθώς και να βελτιώσουμε προτιμήσεις και συστήματα πεποιθήσεων. Ωστόσο, όταν χτυπάει κανείς στην άκρη μιας καρέκλας το δάκτυλό του πονάει, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά που εμφανίζονται συμπαγή είναι πράγματι συμπαγή και αντιδρούν σύμφωνα με αυτήν την ιδιότητα. Άρα η ερώτηση παραμένει: Είναι η συμπαγής πραγματικότητα όντως συμπαγής;


Ο διαλογισμός και άλλες ανάλογες πρακτικές μας βοηθούν να εκγυμνάσουμε την αντίληψή μας έτσι ώστε οι ακολουθίες της κίνησης και της ακινησίας (όπως περιγράφηκαν στα 3 προηγούμενα παραδείγματα του παρόντος άρθρου) να εμφανίζονται ταυτόχρονα και ξεχωριστά την ίδια στιγμή. Μια επιθανάτια εμπειρία ή μια πνευματική αφύπνιση σπρώχνει τη δυναμικότητα του εγκεφάλου μας ακόμα πιο μακριά. Μια τέτοια εγκεφαλική μετακίνηση μπορεί να καθαρίσει τα φίλτρα, τα όρια και τις πεποιθήσεις μας με τέτοιο τρόπο που μας επιτρέπει να γλιστρήσουμε μέσα από τις ρωγμές της αντίληψης σε εναλλακτικές και συνυπάρχουσες πραγματικότητες. Αυτή η χαοτική σύγκλιση πληροφοριών στην αρχή μας αποπροσανατολίζει αλλά τελικά μπορούμε να οδηγηθούμε στην πηγή της καθαρότητας και της διαίσθησης που είχε σκεπαστεί λόγω προκαταλήψεων που καλλιεργήσαμε από τη γέννησή μας και λόγω των επίκτητων φίλτρων της αντίληψής μας. Καθώς η συνείδηση μπαίνει σε μια άλλη κατάσταση, όπως μπορεί να συμβεί σε κάποια από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, αλλάζει η αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Ο κόσμος μοιάζει σα να επανασυντάσσεται και η συμπαγής φύση της πραγματικότητας μοιάζει πλέον να μην είναι τόσο συμπαγής. Αυτό αποτελεί μια δραματική αλλαγή της αντίληψης.


Στη νευτώνεια φυσική θεωρείται ότι η εκδήλωση της ενέργειας δημιουργεί τον χρόνο λόγω της ταλάντωσής της και τον χώρο λόγω των ξεχωριστών μηκών κύματος, δηλαδή ότι ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν ιδιότητες της ενέργειας. Όπου δεν υπάρχει ενέργεια δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε και χρόνος. Δεν υπάρχει τίποτε. Μια κλασική προτεινόμενη εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι η ακόλουθη: οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι που αντιστοιχούν στην ταλάντωση της ενέργειας δημιουργούν αυτό που ονομάζουμε χρόνο. Όταν η ενέργεια ταλαντώνεται με συνεχή τρόπο οι δυνάμεις που εμπεριέχονται σ' αυτή διαχωρίζονται σε δύο πόλους έλξης. Η έλξη μεταξύ των πόλων κάνει την ενέργεια να κινείται προς τον έναν και τον άλλο πόλο σε μια παλμική κίνηση. Αυτή η παλμική κίνηση δημιουργεί ένα ημιτονοειδές κύμα και το μήκος αυτού του κύματος μεταξύ των πόλων είναι αυτό που καλούμε χώρο. Καθώς η ενέργεια ταλαντώνεται μπρος και πίσω μεταξύ των πόλων μοιάζει σα να στέκεται σε κάθε πόλο πριν ξεκινήσει τη νέα ταλάντωση. Έτσι η ενέργεια φαίνεται ότι είναι είτε σε κίνηση είτε σε ακινησία καθώς συμπεριφέρεται με αυτόν τον παλμικό τρόπο. Μπρος και πίσω, κίνηση και ακινησία.


Καθώς η αιώρηση μεταξύ των πόλων αυξάνει την ταχύτητά της, οι πόλοι υποχωρούν προς τα πίσω μέχρι που να συγκλίνουν σε μια κατάσταση όπως αυτή που υπήρχε πριν διαχωριστούν. Όμως αντίστροφα, όταν η ταχύτητα της αιώρησης μεταξύ των πόλων μειώνεται οι πόλοι διαχωρίζονται και τραβιούνται μακριά, δημιουργώντας όλο και περισσότερο χώρο καθώς η απόσταση της αιώρησης αυξάνει σε μήκος και πλάτος. Εάν η ενέργεια δεν είχε αυτήν την ιδιότητα της ταλάντωσης η δημιουργία όπως την ξέρουμε δε θα υπήρχε.


Η παρατήρηση και η μελέτη του φαινομένου αυτού είναι ωστόσο αρκετά περίπλοκη, γιατί σύμφωνα με τους επιστήμονες δεν μπορεί κανείς να παρατηρήσει την κίνηση και την ακινησία ταυτόχρονα, ακόμα και δεδομένου του γεγονότος πως αποτελούν πτυχές της ίδιας βασικής δραστηριότητας. Στην κβαντική φυσική οι αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg δηλώνει ότι κάθε προσπάθεια παρατήρησης του μικρόκοσμου μπορεί να επιδράσει σε αυτό που παρατηρείται. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος δεν μας είναι δυνατό να αποδείξουμε ότι υπάρχει πλήρης κίνηση ή πλήρης ακινησία. Ούτε υπάρχει κάποιος τρόπος για να γνωρίσουμε με σιγουριά εάν οι προσπάθειες για να μετρήσουμε αντικείμενα ή γεγονότα μεταβάλλει κατά οποιονδήποτε τρόπο αυτό το οποίο μετράται. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν το γεγονός, ότι αυτά που φαίνονται βέβαια στην πραγματικότητα είναι αβέβαια. Κάτι που μοιάζει με ένα άλλο παράδοξο: ο φυσικός μας κόσμος ενώ φαίνεται ότι είναι συμπαγής στην πραγματικότητα δεν είναι.


Έτσι, όταν κάποιος κάθεται ακίνητος στην καρέκλα του, τα μόρια του σώματός του δονούνται, όλη η ύλη του περιβάλλοντος δονείται, η γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον ήλιο και ακόμα και το ίδιο το σύμπαν όπως το καταλαβαίνουμε, συνεχώς διαστέλλεται. Παρόλο που νομίζουμε πως αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει ακινησία, στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να το συλλάβουμε γιατί κάθε ακινησία είναι γεμάτη με κίνηση.


Μόνο αν μπορούσαμε να διαχωρίσουμε κάποιες πτυχές από το όλον θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι για το εάν αυτό που νομίζουμε ότι υπάρχει πράγματι υπάρχει, τότε θα μπορούσαμε να το μελετήσουμε, να το εξετάσουμε, να το παρατηρήσουμε, να το αναλύσουμε και να το μετρήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε ποτέ να μετρήσουμε ταυτόχρονα όλες τις πτυχές του όλου, ούτε μπορούμε να μετρήσουμε με βεβαιότητα και ν αποδείξουμε, αυτό που μας φαίνεται αληθινό. Ο διαχωρισμός θα μας βοηθούσε να είμαστε αντικειμενικοί, αλλά μόνο το όλο ως όλο μπορεί να μας βοηθήσει να διατηρήσουμε προοπτική και συνάφεια με το περιβάλλον. Αυτό που μοιάζει να είναι όλο στην πραγματικότητα αποτελείται από μυριάδες μονάδες. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται πως αποτελείται από μυριάδες μονάδες δεν είναι τίποτε άλλο από συσχετιζόμενα τμήματα ενός συνδεδεμένου όλου. Τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάτι άλλο, δεν μπορούμε όμως να αλληλεπιδράσουμε ταυτόχρονα με τις δύο αυτέ πτυχές. Κι εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση. Λόγω του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι δεξιότητές μας και λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται την πληροφορία, είμαστε προετοιμασμένοι να αντιλαμβανόμαστε καθετί ως ολόκληρο και ως συμπαγές ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Αυτή η πραγματικότητα που πιστεύουμε ότι υπάρχει φαίνεται πραγματική εξαιτίας του τρόπου που οι πληροφορίες συνδέονται μεταξύ τους μέσα στα όρια του εγκεφάλου μας.

Παράδειγμα 4

Η κβαντική φυσική λέει πως οτιδήποτε υπάρχει, στην πραγματικότητα ταλαντεύεται μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας περίπου ένα δισεκατομμύριο φορές το δευτερόλεπτο. Κατά τη διάρκεια ενός στιγμιότυπου η ύπαρξη φωτίζεται και καθετί είναι εμφανές και κατά τη διάρκεια του αντίθετου στιγμιότυπου υπάρχει μόνο σκοτάδι και τίποτε δεν μπορεί να είναι ορατό. Ύπαρξη και μη ύπαρξη, μπρος και πίσω, κίνηση και ακινησία. Η
αντιληπτική προκατάληψη που έχουμε σταδιακά δομήσει είναι αυτή που μας δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουμε καθετί ως συνεχόμενο και συμπαγές. Αυτή η φυσική προκατάληψη μας προστατεύει από το γεγονός ότι η κίνηση και η ακινησία αποτελούν διαδοχικές περιπτώσεις. Βλέπουμε συμπαγή αντικείμενα και συνεχόμενες κινήσεις και νομίζουμε πως τα βλέπουμε και τα δύο ταυτόχρονα, όταν αυτό δεν συμβαίνει στην ουσία. Ο κόσμος γύρω μας υπάρχει όπως τον αντιλαμβανόμαστε εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο τον αντιλαμβανόμαστε. Η δημιουργία, όπως νομίζουμε ότι υπάρχει, είναι μια φυσική ψευδαίσθηση.
Πηγή: Esoterica.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...